Ο ιδιοφυής συνθέτης των χαμένων ονείρων

Κατηγορία Πρόσωπα, Music Corner

ΠΡΟΣΩΠΑ

Youmagazine Newsroom

 

Σαν σήμερα το 1994 έφυγε ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης και ποιητής Μάνος Χατζιδάκις, ο πρώτος που πάντρεψε τη λόγια μουσική με τη λαϊκή παράδοση.

Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994). Ο συνθέτης που κατέκτησε την Ελλάδα και τον κόσμο. Πηγή: Wikimedia Commons 
ν
ΕΙΝΑΙ αδιαμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες που έχουν γεννηθεί σε αυτή την χώρα. Ο Μάνος Χατζιδάκις, πρωτοπόρος, ιδιοφυής και αεικίνητος, άφησε ένα έργο που αποτελεί θησαυρό για την ελληνική μουσική.
Γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1925 και ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Από μικρή ηλικία ξεκίνησε μαθήματα πιάνου, με την γνωστή αρμενικής καταγωγής καθηγήτρια Αλτουνιάν. Παράλληλα άρχισε να μαθαίνει βιολί και ακορντεόν. Σε ηλικία 7 ετών, όταν οι γονείς του χωρίζουν, θα εγκατασταθεί μόνιμα πια, με την μητέρα του και την αδερφή του, στην Αθήνα.
Ακολούθησαν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Η οικογένειά του χρειαζόταν χρήματα και ο Μάνος, από έφηβος κιόλας, ξεκίνησε να δουλεύει. Έκανε διάφορες δουλειές. Φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του ΦΙΞ στην Αθήνα, βοηθός νοσοκόμου στο 401 Στρατιωτικό νοσοκομείο και βοηθός φωτογράφου στο κατάστημα Μεγαλοοικονόμου.
Φυσικά, δεν κάνει μόνο αυτό. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να εξελίξει στις γνώσεις του στην μουσική. Ξεκινά ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής, με μια από τις πιο σημαντικές μορφές της ελληνικής εθνικής σχολής, τον Μενέλαο Παλλάντιο. Έμαθε πολλά εκεί. Όπως έμαθε και πολλά στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία φοιτούσε παράλληλα με δουλειά και μουσικές σπουδές. Την Φιλοσοφική, δεν την τελείωσε ποτέ.
Τα πρώτα μουσικά έργα που γράφει σχετίζονται με το Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν. Ξεκινά την ενορχήστρωση σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Έως το 1954, το αρχαίο θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ίσως να τον κάλυπταν. Όμως η μουσική του ιδιοφυΐα δεν μπορούσε με τίποτα να μείνει εκεί.
Ξεκινά την μουσική για τον κινηματογράφο. Το 1960 θα κερδίσει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι “Τα παιδιά του Πειραιά” για την ταινία του Ζιλ Ντασέν “Ποτέ την Κυριακή”. Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις δεν παρευρέθηκε στην απονομή, δηλώνοντας αντίθετος στο θεσμό και τη σημασία του. 
ν
Για τις ανάγκες μιας φωτογράφησης, ο Μάνος Χατζιδάκις θα δανειστεί το Όσκαρ της Κατίνας Παξινού. Image: Supplied
ν
Είναι γεγονός πως τη δόξα πολλοί καλλιτέχνες εμίσησαν, το Όσκαρ… ουδείς. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο συνθέτης ποτέ επί της ουσίας δεν κατάφερε να τα βρει με το χρυσό αγαλματίδιο. Σχεδόν το αφόρισε, σίγουρα το έβγαλε από την καρδιά και τη σκέψη του, ενώ κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά το πέταξε και από το σπίτι του.
Μια μέρα, η οικονόμος του σπιτιού παρατήρησε αδικαιολόγητο βάρος σε ένα σάκο απορριμάτων. Η αδελφή του συνθέτη, Μιράντα, υποψιασμένη, έψαξε τον συγκεκριμένο σάκο για να βρει μέσα σε αυτόν το αγαλματίδιο! Το πήρε και το φύλαξε για πολλά χρόνια στο δικό της σπίτι.
ν

«Αδιαφορώ για τη δόξα… Πιστεύω στο τραγούδι που μας καλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων… Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και την πνευματική νεότητα…»

Για το ίδιο θέμα, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γράφει: «Παρίσι 1961, αργά κάποια νύχτα. Τον συνάντησα όλως τυχαίως σ’ ένα καφενείο στα Ηλύσια. Είχε πάρει το Όσκαρ τραγουδιού, είχε γίνει διεθνώς γνωστός, οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες του κόσμου τον ήθελαν δικό τους… Ήταν ολομόναχος, κάτι που δεν το συνήθιζε. Απόρησα και του είπα πως δεν θα ’θελα να του χαλάσω τη μοναξιά. Απάντησε πως χάρηκε που βρέθηκα εκεί. “Φτάνει η μοναξιά”, λέει. Κι αμέσως μετά άρχισε να μου εξομολογείται ότι περνά τις χειρότερες μέρες της ζωής του… Ούτε Όσκαρ ήθελε, ούτε διεθνείς επιτυχίες, ούτε τίποτα… Τα περιφρονεί και τα μισεί όλα, του είναι ξένα, δεν είναι ο εαυτός του… Και αυτό το τραγούδι που χαλάει τον κόσμο [Τα παιδιά του Πειραιά], τον ενοχλεί…»
Το 1966 ο Χατζιδάκις θα πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί με την Μελίνα Μερκούρη και τον Ζιλ Ντασέν, θα ανεβάσουν στο Broadway την θεατρική παράσταση “Illya Darling”, που αποτελούσε την διασκευή του “Ποτέ την Κυριακή”. Θα μείνει εκεί για έξι χρόνια και θα επηρεαστεί πολύ από την pop μουσική. Τρανότερη απόδειξη αποτελεί ο κύκλος τραγουδιών “Reflections”.
Το 1972, επί δικτατορίας, θα επιστρέψει στην Αθήνα και θα ιδρύσει το μουσικό καφεθέατρο “Πολύτροπο”. Μετά την πτώση της χούντας, θα αναλάβει ως διευθυντής τον κρατικό ραδιοσταθμό “Τρίτο Πρόγραμμα”, τον οποίο, μέχρι το 1981, μαζί με άλλους ταλαντούχους δημιουργούς, θα τον μετατρέψει σε σημείο αναφοράς για την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής.
Το 1989, ιδρύει την περίφημη “Ορχήστρα των Χρωμάτων” για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Σε όλη του την μουσική πορεία δεν σταμάτησε σχεδόν ποτέ να είναι παρών στην δισκογραφία. Οι δίσκοι του πλέον θεωρούνται κλασσικοί και μοναδικοί. Τα τραγούδια του και οι συνθέσεις του, είναι πολύ δημοφιλή μέχρι και σήμερα, με τον ίδιο να θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Δεν σταμάτησε άλλωστε να δουλεύει και να προσπαθεί να βελτιώνεται μέχρι και τον θάνατό του, στις 15 Ιουνίου του 1994, σε ηλικία 69 ετών, από πνευμονικό οίδημα.
v
ν

ν

(Με στοιχεία από το E-Radio)