Η μισητή γερμανική κυριαρχία στις Βρυξέλλες

Κατηγορία NEWS, Opinion

OPINION

Άντιε Φόλμερ και Πέτερ Γκραντ (*)

 

Γιατί η κυριαρχία της γερμανικής κυβέρνησης στις Βρυξέλλες την κάνει μισητή στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Ο γερμανικός ηγεμονισμός ανησυχεί τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και ορισμένους Γερμανούς πολιτικούς. Image: Supplied
ν
ΑΥΤΟ τον καιρό δεν υπάρχει δρόμος ο οποίος να οδηγεί απ’ ευθείας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) στην καγκελαρία. Η ευφορία από την ανακήρυξη του Μάρτιν Σουλτς ως υποψηφίου καγκελαρίου, θεωρήθηκε απερίσκεπτα ως η πολυαναμενόμενη εναρμόνιση με την αριστερή πολιτική του SPD. Πολλοί ήθελαν πραγματικά κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήθελαν έναν Γερμανό Μπέρνι Σάντερς**. Ήταν η απαρχή της ελπίδας ότι ο «μεγάλος συνασπισμός» θα τελειώσει επιτέλους.
Όποιος το αντιλαμβάνεται αυτό θα πρέπει όμως να απελευθερωθεί επιτέλους ο ίδιος από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία της μη εστεμμένης βασίλισσας της Ευρώπης και του λόρδου σφραγιδοφύλακά της Σόιμπλε.
Και υπάρχουν σημαντικοί λόγοι, ιδίως εξωτερικής πολιτικής, για να γίνει αυτό: Έχει περάσει απαρατήρητο από τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης το γεγονός ότι η εικόνα των Γερμανών έχει αμαυρωθεί σε ανησυχητικό βαθμό. Όσο περισσότερο η γερμανική κυβέρνηση κυριαρχεί στις Βρυξέλλες, τόσο περισσότερο μισητή γίνεται.
Και αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα, την Ισπανία και την Αγγλία, ακόμα και για τη Γαλλία όπου η οριοθέτηση με τη Γερμανία ήταν αποφασιστικής σημασίας για τους υποψήφιους προέδρους. Η σκληρή παιδαγωγική, την οποία εκπροσωπεί ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με τον ρόλο του αυστηρού επιτηρητή, αποπνέει δογματισμό.
Και ποιος είναι ο απολογισμός; Η ισχυρότερη πολιτικός της ηπείρου μετέτρεψε τον όρο «μεταρρυθμίσεις» σε εφιάλτη των λαών της Ευρώπης. Έτσι απέτυχε επί της ουσίας στην αποστολή της. Εγκατέστησε με τα ειδικά πλεονεκτήματα της γερμανικής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής ένα καθεστώς ειδικών κερδών, υπό τα οποία στενάζουν οι οικονομίες της νότιας Ευρώπης.
Στα χαρακτηριστικά της εποχής Μέρκελ ανήκουν και οι φυγόκεντρες δυνάμεις, οι οποίες αναπτύχθηκαν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στον αρνητικό απολογισμό της εξωτερικής πολιτικής Μέρκελ ανήκει επίσης το γεγονός ότι διαλύθηκαν εντελώς και οι σχέσεις με τη Ρωσία. Από την εποχή του Βίλι Μπραντ, η πολιτική της ύφεσης ίσχυε –από τον Χέλμουτ Κολ και τον Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ έως το Γκέρχαρντ Σρέντερ– ως ακρογωνιαίος λίθος της κοινής πολιτικής ειρήνης και ασφάλειας στην Ευρώπη. 
Αυτό το οποίο αντιθέτως σήμερα ονομάζεται «εξωτερική πολιτική ανθρωπίνων δικαιωμάτων» είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική επεμβάσεων και κυρώσεων, στηριγμένη στην ηθική με ισχυρά ανορθολογικά στοιχεία ρωσοφοβίας.
Θα πρέπει τουλάχιστον να ληφθεί υπόψη ότι μια τέτοια πολιτική εκλαμβάνεται ως βαθιά άδικη από ένα θύμα μιας γερμανικής επίθεσης και ενός καταστροφικού πολέμου, το οποίο εν τούτοις άνοιξε την αποφασιστικής σημασίας συζήτηση για τη γερμανική επανένωση.
Ποιον ωφελεί άραγε μια τέτοια μόνιμη σύγκρουση φορτισμένη από προκαταλήψεις; Μόνο τα γεράκια και των δύο πλευρών! Καθαρά οικονομικά, χάθηκαν πολλές ευκαιρίες οι οποίες είχαν δημιουργηθεί από την εποχή Γκορμπατσόφ μετά από μια μικρή φάση απεριόριστων δυνατοτήτων ανάπτυξης.
Αλλά και τα περιθώρια ελιγμών της Γερμανίας σε διεθνείς συγκρούσεις περιορίστηκαν. Οι εποχές της πολιτικής της ισορροπίας των διαφορών μεταξύ Ανατολής και Δύσης και των συγκριμένων ελιγμών εντός του δυτικής συμμαχίας, όπως εκείνη του Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2003 με το «όχι» στο πόλεμο του Ιράκ, παρήλθαν…. Απέναντι στην «σύμμαχο» Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, η οποία ανήκει στους πιο βίους καταστολείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επικρατεί μια «ρεαλιστική» διπρόσωπη ηθική. 
Σε αυτό το σημείο πρέπει να τεθεί το ερώτημα: πού είναι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), οι Πράσινοι, το κίνημα ειρήνης, πού είναι οι διδαχές από την εποχή της υπέρβασης των στρατοπέδων του ψυχρού πολέμου; Πού πήγε η άλλοτε μεγάλη παράδοση αλληλεγγύης της Αριστεράς στην περίπτωση της ανυπόφορης ταπείνωσης της Ελλάδας; Πού είναι το σχέδιο για την ειρήνευση της Μέσης Ανατολής, στο οποίο η γερμανική πολιτική να μην είναι ο μονόπλευρος υποστηρικτής ενός εμπόλεμου μέρους αλλά ο μεσολαβητής; 
Με τα λανθασμένα διδάγματα από τις αλλαγές του 1989, η Αριστερά βρίσκεται συνολικά σε κρίση ταυτότητας και έχει απολέσει τον προσανατολισμό της, πράγματα τα οποία οδήγησαν σε εκτεταμένη ήττα της και στην ανυποληψία. Ίσως αυτό να μην ήταν αναπόφευκτο. Το γεγονός όμως ότι μεγάλο μέρος των σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων ηγετικών στελεχών χωρίς να παρίσταται ανάγκη περιήλθαν σε μια παρατεταμένη αιχμαλωσία των νεοφιλελεύθερων και νεοσυντηρητικών πολιτικών και στρατηγικών, των οποίων η πρακτική του άγριου πειραματισμού των τελευταίων 25 ετών δεν πείθει κανέναν, δεν οφείλεται παρά μόνο στην δική τους ανωριμότητα.
ν

_____________________

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βερολίνου Tagesspiegel. Η Άντιε Φόλμερ είναι πράσινη πολιτικός και επί σειρά ετών (1994-2005) αντιπρόεδρος του γερμανικού Κοινοβουλίου και ο Πέτερ Μπραντ ιστορικός και μέλος του SPD, γιος του Βίλι Μπραντ.

** Ο Μπέρναρντ «Μπέρνι» Σάντερς είναι Αμερικανός πολιτικός και Γερουσιαστής που εκπροσωπεί την πολιτεία του Βερμόντ. Ήταν υποψήφιος για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του 2016.