Ποιος θα πληρώσει το δυσθεώρητο ελληνικό χρέος;

Κατηγορία ΘΕΜΑΤΑ, NEWS, Οικονομία

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Posted by Youmagazine Staff

 

Ποιος θα πληρώσει τα 256 δισεκατομμύρια ευρώ που οφείλει να καταβάλει σε τόκους και χρεολύσια η χώρα έως το 2030;


ν

Η ΕΛΛΑΔΑ βρίσκεται τώρα στην ΕΝΑΤΗ ΧΡΟΝΙΑ της μεγαλύτερης κρίσης χρέους στην ιστορία της. Πρόκειται για κάτι απίστευτο, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ σε κανένα άλλο κράτος της γης.
Από το 2009 η χώρα έχει αλλάξει εννέα κυβερνήσεις, έχει υπογράψει τρία μνημόνια, έχει εφαρμόσει τουλάχιστον 13 μέτρα λιτότητας, πολλαπλές διασώσεις, έχει υποστεί capital controls και μια αναδιάρθρωση του χρέους (κούρεμα), κατά την οποία οι πιστωτές της αποδέχθηκαν μια απώλεια της τάξης του 50%.
Παρ’ όλα αυτά, το χρέος της χώρας παραμένει σε δυσθεώρητα επίπεδα.
Και όχι μόνο αυτό. Σε λίγους μήνες, η Ελλάδα θα βρεθεί ξανά σε δεινή θέση και θα χρειαστεί ένα νέο σχέδιο διάσωσης από το ΔΝΤ και την ΕΕ.
(Με τα αρχικά ΕΕ εννοείται η Γερμανία).
Χωρίς νέο πακέτο διάσωσης, η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει τον Ιούλιο, καθώς θα πρέπει να πληρωθούν 7,4 δισ. ευρώ. (Το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας ανέρχεται για το 2017 στο ποσό των 13,885 δισ. ευρώ).
Εάν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, εννοείται πως κανείς από αυτούς που υπήρξαν τόσο αφελείς για να της δανείσουν χρήματα στο παρελθόν δεν πρόκειται να πάρει τίποτα.
Το ίδιο θα συμβεί αν γίνει κάποιο κούρεμα ή απομείωση του χρέους.
Αυτό περιλαμβάνει μια σειρά τραπεζών από τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη.
Και εδώ είναι το πρόβλημα. Τα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα δεν βρίσκονται και στα καλύτερά τους, καθώς έχουν εξαιρετικά χαμηλά κεφαλαιακά αποθέματα και δεν μπορούν να αντέξουν μια ακόμη σημαντική οικονομική απώλεια από μια πιθανή χρεοκοπία της Ελλάδας.
(Για παράδειγμα, η γερμανική Deutsche Bank κρίθηκε ότι αποτελεί τον μεγαλύτερο συστημικό κίνδυνο για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα).
Έτσι, μια πιθανή ελληνική χρεοκοπία θα βάλει σε μεγάλο κίνδυνο μια σειρά από ευρωπαϊκές τράπεζες. Και αυτό θα δημιουργήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση. Αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει και η Τράπεζα Α υποστεί ζημιά, δεν θα είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα Β κ.ο.κ.
Μπορεί όμως να γίνει μια νέα διάσωση; Γιατί, ακόμη κι αν το θέλουν κάποιοι, όλα τα πράγματα έχουν τα όριά τους.
Για πόσο ακόμα οι Ευρωπαίοι πολίτες –κυρίως οι Γερμανοί φορολογούμενοι– θα συνεχίσουν να δέχονται τη διάσωση των Ελλήνων συνταξιούχων;
Και για πόσο ακόμη θα αντέξουν οι Έλληνες πολίτες να είναι υποτελείς στη Γερμανία, υποφέροντας από τους εξουθενωτικούς ελέγχους κεφαλαίου, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, τη φτωχοποίηση, την ανεργία και τα άλλα μέτρα λιτότητας;
ν


ν

Για μια ήπειρο που βρίσκεται σε πόλεμο με τον εαυτό της επί 10 αιώνες και το μόνο που κατάφερε ήταν η διατήρηση της ειρήνης τα τελευταία 30 περίπου χρόνια, είναι γελοίο να περιμένει κανείς ότι αυτές οι διασώσεις να διαρκέσουν για πάντα.
Εξαιτίας όλων αυτών, διεθνείς οικονομολόγοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι τον Ιούλιο, ή κάποια άλλη μελλοντική ημερομηνία, η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ο καταλύτης που πυροδοτηθεί μια αλυσιδωτή αντίδραση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Και το λένε αυτό γιατί ο εθνικό χρέος των ΗΠΑ προσεγγίζει ήδη τα 20 τρισ. δολάρια (που σημαίνει επιβάρυνση 166.000 δολαρίων για κάθε Αμερικανό πολίτη), ενώ το δημόσιο χρέος ανήλθε στα 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν είναι μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δεν παράγει τίποτα και εισάγει τα πάντα από το εξωτερικό.
ν

Πού θα βρεθούν τα 256 δισ. ευρώ έως το 2030;

Αλλά ακόμη κι αν βρεθεί μια λύση για τα 13,885 δισ. ευρώ του 2017, τι γίνεται με τα τοκοχρεολύσια ύψους 256,182 δισεκατομμυρίων ευρώ που πρέπει να πληρώσει η χώρα τουλάχιστον έως το 2030;
Από τη στιγμή που δεν κλείνει η αξιολόγηση και ζούμε όλοι μας την αγωνία που υπάρχει με την καταβολή των υποχρεώσεων για το 2017, τι θα συμβεί όταν η χώρα θα χρειαστεί να καταβάλει 18,125 δισ. ευρώ το 2021, 33,362 δισ. ευρώ το 2022 (ένα χρόνο μετά την 200ή επέτειο της Επανάστασης του ’21), 28,737 δισ. ευρώ το 2023, 24,505 δισ. ευρώ το 2024 κτλ.;
Δείτε πιο κάτω αναλυτικά τα ποσά που πρέπει να πληρώσει η χώρα για τόκους και χρεολύσια, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, έως το 2030, σύμφωνα με σχετικό έγγραφο που κατέθεσε στη Βουλή ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), μετά από ερώτηση της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ κ. Μαρίας Γιαννακάκη. (Τα ποσά είναι σε δισεκατομμύρια ευρώ):
  • Έτος 2017: χρεολύσια 7,480 – τόκοι 6,405 = 13,885
  • Έτος 2018: χρεολύσια 4,672 – τόκοι 6,590 = 11,262
  • Έτος 2019: χρεολύσια 9,949 – τόκοι 6,622 = 16,571
  • Έτος 2020: χρεολύσια 7,052 – τόκοι 6,360 = 13,412
  • Έτος 2021: χρεολύσια 7,169 – τόκοι 10,956 = 18,125
  • Έτος 2022: χρεολύσια 8,873 – τόκοι 24,489 = 33, 362
  • Έτος 2023: χρεολύσια 11,186 – τόκοι 17,551 = 28,737
  • Έτος 2024: χρεολύσια 10,864 – τόκοι 13,641 = 24,505
  • Έτος 2025: χρεολύσια 8,795 – τόκοι 9,030 = 17,825
  • Έτος 2026: χρεολύσια 8,569 – τόκοι 8,642 = 17,211
  • Έτος 2027: χρεολύσια 8,453 – τόκοι 8,215 = 16,668
  • Έτος 2028: χρεολύσια 8,060 – τόκοι 7,779 = 15,839
  • Έτος 2029: χρεολύσια 7,308 – τόκοι 7,290 = 14,598
  • Έτος 2030: χρεολύσια 7,329 – τόκοι 6,853 = 14,182
  • Σύνολο: 256,182 δισεκατομμύρια ευρώ
Στο έγγραφό του ο ΟΔΔΗΧ διευκρινίζει ότι «οι μελλοντικοί τόκοι που θα βαρύνουν το χαρτοφυλάκιο χρέους, το οποίο είναι σε ποσοστό 78% μη σταθερού επιτοκίου, θα διαμορφωθούν στο μέλλον είτε από τα σχετικά κυμαινόμενα επιτόκια, είτε από το κόστος δανεισμού των διεθνών οργανισμών που χρηματοδοτούν την Ελληνική Δημοκρατία.
»Για τον λόγο αυτόν, οι παρατιθέμενοι τόκοι αποτελούν εκτιμήσεις, οι οποίες όμως ακολουθούν γενικώς παραδεκτές μεθοδολογίες, όπως η χρήση των καμπυλών μελλοντικών επιτοκίων».
Δική μας παρατήρηση: Αυτό σημαίνει ότι τα πιο πάνω ποσά μπορεί να μειωθούν από την επίδραση του πληθωρισμού, καθώς όσο μεγαλύτερος είναι ο πληθωρισμός, τόσο «μικρότερο» θα είναι τελικά και το χρέος, μπορεί όμως και να είναι μεγαλύτερα.
ν

Αδιέξοδο με τραγικές για τη χώρα συνέπειες

Από όλα τα παραπάνω γίνεται τώρα κατανοητό γιατί δεν έχει κλείσει ακόμη η περίφημη «δεύτερη αξιολόγηση» και γιατί γίνεται συχνά λόγος για το αν το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο ή όχι.
Ας δούμε μερικά ακόμη στοιχεία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της Ελλάδας το 2013 ανερχόταν στα 242,2 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ίδιο έτος, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ανερχόταν στο 175,1%.
Αν προσθέσουμε δε και τις πέραν του 2030 οφειλές, για να ξεχρεώσει η χώρα θα χρειαστεί να δώσει στους δανειστές της τρία ή τέσσερα ΑΕΠ!
Βέβαια το ΑΕΠ είναι ένας απλός οικονομικός δείκτης, ο τζίρος όπως θα λέγαμε στην περίπτωση μιας επιχείρησης, και όχι κάποιο καθαρό κέρδος, μέρος του οποίου μπορεί να κατευθυνθεί στην εξόφληση του χρέους.
Από την άλλη πλευρά, θα έπρεπε ο πληθυσμός της χώρας στο σύνολό του να μείνει νηστικός και ανέστιος επί σειρά ετών, δουλεύοντας σε συνθήκες Άουσβιτς ή Νταχάου, και ό,τι παράγει να πηγαίνει στους δανειστές.
Το αγωνιώδες ερώτημα είναι: υπάρχει άλλη λύση.
ν
Προσηλωμένοι στη Γερμανία. Ο μεν Τσίπρας ζητάει «γενναίες αποφάσεις και μέτρα για ελάφρυνση του χρέους», ο δε Μητσοτάκης «γενναία ρύθμιση του χρέους με επέκταση περιόδου αποπληρωμής». Μάλλον ονειρεύονται και οι δύο.
ν

Η περίπτωση παράτασης για αποπληρωμή τόκων

Όταν ρωτά κάποιος τους πολιτικούς εκπροσώπους τι θα γίνει με το δυσθεώρητο πρόβλημα του χρέους, μασούν τα λόγια τους και –ανεξαρτήτως κομμάτων– μιλούν για απομείωση ή ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους και για παράταση ημερομηνιών. Από το ύφος της απάντησής τους όμως συμπεραίνει κανείς ότι ούτε οι ίδιοι πιστεύουν αυτά που λένε, επειδή το ζήτημα τους ξεπερνά.
Η παρούσα κυβέρνηση, σε πρόταση που διατύπωσε στο παρελθόν για το ελληνικό χρέος, εκτός από ρήτρα ανάπτυξης για την αποπληρωμή του και «κούρεμα», ζητούσε και μορατόριουμ πληρωμών για πέντε χρόνια (για τόκους και χρεολύσια).
Ήδη από τα δάνεια του EFSF που έλαβε η Ελλάδα το 2012, η ΕΕ αποφάσισε να αναβάλει τις πληρωμές τόκων κατά 10 χρόνια και να παρατείνει τη διάρκειά τους. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν υποχρεούται να πληρώσει για δάνεια του EFSF μέχρι το 2022.
Επίσης σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Deutsche Bank για το προφίλ αποπληρωμής της Ελλάδας, στα διμερή δάνεια ύψους 52,9 δισ. ευρώ (τριμηνιαίες πληρωμές τόκων, για το 3M Euribor + 50 μονάδες βάσης), η αποπληρωμή σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών της γερμανικής τράπεζας αναμένεται να αρχίσει από το 2028. Αυτό συνεπάγεται τριμηνιαία πληρωμή τόκων ύψους 76 εκατ. ευρώ.
Αν και οι παρατάσεις και οι ελαφρύνσεις που ζήτησε η ελληνική πλευρά έγιναν μερικώς δεκτές από τα αρμόδια όργανα των δανειστών, δεν υπήρξε κάποια ουσιώδης ελάφρυνση στα ποσά που πρέπει να καταβάλει η χώρα μας τουλάχιστον έως το 2030.
Όσο για την «ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους» που ζητά η ελληνική πλευρά, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών απέκλεισε κάτι τέτοιο, επειδή, όπως είπε, μια επέκταση της περιόδου αποπληρωμής του χρέους έως το 2040, θα επέφερε ζημία στους δανειστές ύψους 140 δισ. ευρώ, κάτι που δεν μπορούν να δεχτούν.
Όμως και στην απίθανη περίπτωση που θα δέχονταν μια επιμήκυνση στις πληρωμές των τόκων, αυτό θα σήμαινε ότι τα 140 δισ. ευρώ θα προστίθονταν ως τόκοι στο υπάρχον χρέος.
ν

Μπορεί να υπάρξει πολιτική λύση;

Την τρέχουσα περίοδο η παρούσα κυβέρνηση στρέφεται ολοένα και περισσότερο στην αναζήτηση «πολιτικής λύσης». Όμως το πρόβλημα του χρέους δεν μπορεί να λυθεί με κάποια πολιτική απόφαση, γιατί απλούστατα η οικονομία είναι πάνω και πέρα από την πολιτική. Επειδή ακριβώς αφορά την ίδια τη ζωή των ανθρώπων, η οικονομία έχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την πολιτική. Ας μην ξεχνάμε πως από την εποχή των Περσικών πολέμων έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα αίτια κάθε σύρραξης είναι πάντοτε οικονομικά.
Η πολιτική χρειάζεται για να παρέχει το θεσμικό πλαίσιο για την οργάνωση των οικονομικών πραγμάτων με βάση κάποιες σταθερές αξίες και αρχές, οι δε διάφορες ιδεολογίες είναι το περιτύλιγμα με το οποίο παρουσιάζονται τα θέματα αυτά, που από τη φύση τους είναι εξαιρετικά σύνθετα και δυσνόητα, στο λαό.
Σε μια χώρα πρώτα καταρρέουν οι αξίες και μετά έρχεται η οικονομική κατάρρευση. Και αυτό, γιατί οι οικονομικές αξίες συνδέονται άμεσα με τις ηθικές αξίες. Όταν σε μια πολιτεία οι ηθικές αξίες αμφισβητούνται, επικρατεί η διαφθορά, και η διαφθορά αποσαθρώνει τα θεμέλια της οικονομίας.
Για την Ελλάδα, η κατάρρευση των αξιών συνέβη κατά την εικοσαετία της  μεγάλης ευμάρειας, μιας ευμάρειας όμως που στηριζόταν σε δανεικά. Αν και κυκλοφορούσε πολύ χρήμα, εντούτοις δεν είχε καμία πραγματική αξία, γιατί δεν προερχόταν από παραγωγικές δραστηριότητες. Αντίθετα, ήταν σαν ένα δηλητήριο που κυκλοφορούσε στις φλέβες και τις αρτηρίες της χώρας, καταστρέφοντας κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Τα αποτελέσματα τα ζούμε σήμερα: ο παραγωγικός ιστός της χώρας έχει διαλυθεί, ό,τι χρειαζόμαστε πρέπει να το εισάγουμε, τα τρία τέταρτα των πολιτών είναι ανενεργά και παθητικοποιημένα, και μόνο το ένα τέταρτο ενεργό. Και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε, για να πληρώσουμε τα δάνεια της μεγάλης (αλλά φευγαλέας) ευμάρειας.
Εάν την εποχή των παχέων αγελάδων φροντίζαμε τη χώρα αντί τους εαυτούς μας και διατηρούσαμε αλώβητο τον παραγωγικό της ιστό, η Ελλάδα θα μπορούσε να συνεχίσει να δανείζεται από τις αγορές, όπως κάνουν όλες οι χώρες, ανεξαρτήτως του ύψους του χρέους.
Αντί γι’ αυτό ο φιλοτομαρισμός και η ανηθικότητα επικράτησαν, οι συνειδήσεις διεφθάρησαν, οι παραγωγικές δραστηριότητες ατόνησαν, οι πολίτες συνήθισαν στο εύκολο και άκοπο χρήμα, με επακόλουθο η χώρα να καταστεί υπόδουλη στους δανειστές και να χάσει την εθνική της κυριαρχία και αξιοπρέπεια. Σήμερα συλλέγουμε τους «καρπούς» εκείνης της αλόγιστης και αισχρής συμπεριφοράς: υποτέλεια, φτώχεια, αβεβαιότητα, θάνατος.
Μπορούμε, επομένως, να κοιμόμαστε ήσυχοι, με την ελπίδα ότι οι δανειστές θα μας λυπηθούν, ελαφρύνοντας τα βάρη με επιμήκυνση ή διαγραφή μέρους του χρέους; Μπορούμε, τελικά, να ελπίζουμε σε κάτι;
Γιατί εάν δεν βρεθεί κάποια λύση, ως από μηχανής θεός, τότε –μοιραία– θα πρέπει, όχι απλώς να εκποιήσουμε τον εθνικό πλούτο, όχι μόνο να δώσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε στους δανειστές, αλλά να κόψουμε τη χώρα σε κομμάτια και να τα πωλήσουμε, μαζί με τους κατοίκους τους, ώστε να βρεθούν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που απαιτούνται για την καταβολή τόκων και χρεολυσίων.
ν

 

Δείτε επίσης

 

Υπογράφεται η παράδοση της Ελλάδας στους δανειστές