Oops! It appears that you have disabled your Javascript. In order for you to see this page as it is meant to appear, we ask that you please re-enable your Javascript!

Ο Νόαμ Τσόμσκι εγκατέλειψε το MIT μετά από 60 χρόνια

Κατηγορία Πρόσωπα

ΠΡΟΣΩΠΑ

Youmagazine Newsroom

 

«Υπάρχει ακόμη ελπίδα! Υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να αγωνιστούν» λέει ο Νόαμ Τσόμσκι, έτοιμος για νέες μάχες στα 90 του χρόνια.

ν

ΣΤΑ 90 του χρόνια (γεν. 7 Δεκεμβρίου 1928) ο Νόαμ Τσόμσκι παραιτήθηκε από καθηγητής στο Τμήμα Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (MIT), ύστερα από 60 χρόνια. Εκεί όπου έκανε την επανάσταση στη σύγχρονη γλωσσολογία και έγινε η κριτική συνείδηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σήμερα ο σπουδαιότερος εν ζωή Αμερικανός διανοούμενος ζει στην Αριζόνα, στα όρια της ερήμου Σονόρα στην Τουσόν. Η ισπανική εφημερίδα Ελ Παΐς επισκέφτηκε τον Τσόμσκι στο Τμήμα Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.
Ο Τσόμσκι φοράει παντελόνι τζιν και εντυπωσιάζει με τα μακριά λευκά μαλλιά του. Όπως λέει, του αρέσει η ζέστη. Το φως της ερήμου ήταν ένας από τους λόγους που τον έκαναν να μετακομίσει στην Τουσόν. «Είναι ξηρό και καθαρό», λέει.
«Ζούμε σε μια περίοδο απογοήτευσης;» τον ρωτάει ο δημοσιογράφος.
«Πριν από 40 χρόνια», λέει ο Τσόμσκι, «ο νεοφιλελευθερισμός, υπό την ηγεσία του Ρέιγκαν και της Θάτσερ, εξαπέλυσε επίθεση στον κόσμο. Και αυτό είχε αποτέλεσμα. Η τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε ιδιωτικά χέρια συνοδεύτηκε από μια απώλεια ισχύος στον πληθυσμό. Οι άνθρωποι οδηγήθηκαν σε μια ανασφαλή ζωή με χειρότερες θέσεις εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα μίγμα θυμού, φόβου και απόδρασης. Δεν εμπιστεύονται πλέον ούτε τα ίδια τα γεγονότα. Μερικοί το ονομάζουν λαϊκισμό, αλλά αυτή η πραγματικότητα πηγάζει από την αμφισβήτηση των θεσμών. Η απογοήτευση από τις θεσμικές δομές έχει οδηγήσει σε ένα σημείο όπου οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στα ίδια τα γεγονότα. Εάν δεν εμπιστεύεστε κανέναν, γιατί πρέπει να εμπιστευτείτε τα γεγονότα; Αν κανείς δεν κάνει τίποτα για μένα, γιατί να πιστεύω σε κάποιον;»
«Ούτε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης;»
«Η πλειοψηφία εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Τραμπ», λέει ο Τσόμσκι.

Κάθε δικτάτορας θα θαύμαζε την ομοιομορφία και την υπακοή των ΜΜΕ των ΗΠΑ.

«Παρακολουθήστε την τηλεόραση και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ο Τραμπ, ο Τραμπ και ο Τραμπ. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν πέσει θύματα της στρατηγικής που σχεδίασε ο Τραμπ. Κάθε μέρα τους δίνει ένα ψίχουλο ή ένα ψέμα για να βρεθεί στο προσκήνιο και να καταλάβει το κέντρο της προσοχής. Στο μεταξύ, η άγρια πλευρά των Ρεπουμπλικάνων αναπτύσσει την άκρα δεξιά πολιτική της, μειώνοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων και αποσύροντας την υπογραφή της χώρας από τη συμφωνία για την κλιματική αλλαγή, που είναι ακριβώς αυτή που μπορεί να μας αποτελειώσει όλους».
«Βλέπετε τον Τραμπ ως απειλή για τη δημοκρατία;»
«Αντιπροσωπεύει έναν σοβαρό κίνδυνο. Έχει συνειδητά και σκόπιμα απελευθερώσει ένα κύμα ρατσισμού, ξενοφοβίας και σεξισμού που ήταν σε αδράνεια, αλλά κανείς δεν είχε νομιμοποιήσει. Ο Τραμπ είναι ένας δημαγωγός, ένας showman που ξέρει πώς να κρατήσει τη βάση λατρείας του ενεργή. Προς όφελός του είναι επίσης και το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί είναι σε σύγχυση και δεν είναι σε θέση να παρουσιάσουν ένα πειστικό πρόγραμμα».

Αν δεν πιστεύουμε στην ελευθερία έκφρασης των ανθρώπων που απεχθανόμαστε, τότε δεν πιστεύουμε καθόλου σ’ αυτήν.

Ο Τσόμσκι δηλώνει οπαδός του Δημοκρατικού Γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς. «Είναι ένας αξιοπρεπής άνθρωπος. Χρησιμοποιεί σοσιαλιστική ορολογία, αλλά αυτό σημαίνει μια νέα δημοκρατική συμφωνία. Στην πραγματικότητα οι προτάσεις του δεν θα ήταν παράξενες για τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ [ηγέτη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από το 1953 έως το 1961]. Η επιτυχία του, περισσότερο από αυτή του Tραμπ, ήταν η πραγματική έκπληξη στις εκλογές του 2016. Για πρώτη φορά εδώ και έναν αιώνα υπήρχε κάποιος που επρόκειτο να είναι υποψήφιος πρόεδρος χωρίς την υποστήριξη των εταιρειών ή των μέσων ενημέρωσης, αλλά μόνο με τη λαϊκή υποστήριξη».
Ο Τσόμσκι λέει ότι στην ελίτ του πολιτικού φάσματος έχει καταγραφεί μια μετατόπιση προς τα δεξιά, όχι όμως και στον πληθυσμό.

Μεγάλος, σημαντικός, είναι ο άνθρωπος που έχει εύρος πνευματικό.

«Από τη δεκαετία του ’80 υπάρχει χάσμα ανάμεσα στο τι θέλουν οι άνθρωποι και τι οι πολιτικοί. Είναι εύκολο να το δούμε αυτό στην περίπτωση των φόρων. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι περισσότεροι θέλουν υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Μάλιστα προβάλλεται η άποψη ότι η μείωση των φόρων φέρνει πλεονεκτήματα για όλους και ότι το κράτος είναι ο εχθρός. Αλλά ποιος ωφελείται από τη μείωση των νοσοκομείων, του καθαρού νερού, ακόμη και του καθαρού αέρα που αναπνέουμε;»

Παντού, από τη λαϊκή κουλτούρα μέχρι το προπαγανδιστικό σύστημα, υπάρχει μια συνεχής πίεση να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι είναι άσχετοι και ότι ο μοναδικός τους ρόλος είναι να υποστηρίζουν αποφάσεις και να καταναλώνουν.

Όπως λέει ο Τσόμσκι, ο νεοφιλελευθερισμός υπάρχει, αλλά μόνο για τους φτωχούς. Η ελεύθερη αγορά είναι για τους πολύ πλούσιους, όχι για εμάς. Αυτή είναι η ιστορία του καπιταλισμού.
«Οι μεγάλες εταιρείες έχουν ξεκινήσει έναν ταξικό αγώνα. Οι αρχές της ελεύθερης αγοράς ισχύουν μόνο για τους φτωχούς, αλλά οι πολύ πλούσιοι προστατεύονται. Οι μεγάλες βιομηχανίες ενέργειας, για παράδειγμα, λαμβάνουν επιδοτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Και τελικά οι φόροι χρησιμεύουν για την επιδότηση αυτών των οντοτήτων και μαζί τους για την ενίσχυση των πλουσίων και των ισχυρών. Επιπλέον μας λένε ότι το κράτος είναι το πρόβλημα και το πεδίο δράσης του πρέπει να μειωθεί. Και τι συμβαίνει; Ο χώρος του κράτους καταλαμβάνεται από την ιδιωτική εξουσία και η τυραννία των μεγάλων οντοτήτων αυξάνεται».
«Ακόμη και ο Όργουελ θα είχε εκπλαγεί σήμερα», προσθέτει ο Τσόμσκι.

Οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που τα ονόματά τους δεν μπαίνουν σε βιβλία ιστορίας, είναι αυτοί που δημιουργούν την ιστορία.

Και συνεχίζει: «Ζούμε με τη φαντασίωση ότι η αγορά είναι κάτι το θαυμάσιο, γιατί, όπως μας λένε, αποτελείται από ενημερωμένους καταναλωτές που λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις. Απλά βάλτε την τηλεόραση και δείτε τις διαφημίσεις: προσπαθούν να ενημερώσουν τον καταναλωτή ώστε να πάρει λογικές αποφάσεις; Ή αντίθετα προσπαθούν να τον εξαπατήσουν; Στην πράξη προσπαθούν να υπονομεύσουν την αγορά. Οι επιχειρήσεις δεν θέλουν ελεύθερες αγορές, θέλουν δεσμευμένες αγορές. Διαφορετικά, θα καταρρεύσουν».
«Αλλά σε αυτή την περίπτωση, η κοινωνική αντίδραση δεν είναι πολύ αδύναμη;» ρωτάει ο δημοσιογράφος.
«Υπάρχουν πολλά δημοφιλή κινήματα πολύ δραστήρια, αλλά δεν τους δίνεται η δέουσα προσοχή, γιατί οι ελίτ δεν θέλουν να δεχτούν το γεγονός ότι η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει. Αυτό είναι επικίνδυνο γι’ αυτούς. Απειλεί τη δύναμή τους. Αυτό που θέλουν είναι να επιβάλουν ένα όραμα που λέει ότι το κράτος είναι ο εχθρός και ότι πρέπει να κάνετε ό,τι μπορείτε μόνοι σας… Φυσικά υπάρχει ελπίδα. Υπάρχουν ακόμη λαϊκά κινήματα, άνθρωποι πρόθυμοι να αγωνιστούν… Οι ευκαιρίες υπάρχουν∙ το ερώτημα είναι αν είμαστε σε θέση να τις αδράξουμε».

ν


Translate this post