Oops! It appears that you have disabled your Javascript. In order for you to see this page as it is meant to appear, we ask that you please re-enable your Javascript!

Μαρία Πολυδούρη: του Έρωτα και του Θανάτου

Κατηγορία ΘΕΜΑΤΑ, Πρόσωπα, Λογοτεχνία

ΠΡΟΣΩΠΑ

Posted by Youmagazine Staff

 

Η νεορομαντική ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, διακρίθηκε στις αρχές του αιώνα μας και έκτοτε κατέχει μια θέση ανάμεσα σε μια πλειάδα ομοτέχνων της.

Η Μαρία Πολυδούρη γύρω στο 1920 σε ηλικία 18 ετών. Πηγή: Wikimedia Commons
ν

Η ΖΩΗ της ποιήτριας ήταν σύντομη, αλλά το μικρό ποιητικό της έργο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η λυγερόκορμη Μαρία Πολυδούρη, με τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια, γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1 Απριλίου 1902. Ο πατέρας της ήταν φιλόλογος γυμνασιάρχης και υπηρετούσε στο Γυμνάσιο απ’ όπου αποφοίτησε και η Μαρία. Η Ελευθερία Ντάνου, την περιγράφει εκτεταμένα, σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, έκδοση της “Πάπυρος Πρες”, απ’ όπου και αντλήσαμε τα στοιχεία αυτού του αφιερώματος.
Από μικρή η Μαρία ήταν ένα λεπτοκαμωμένο και φιλάσθενο κορίτσι, σημαντικός λόγος που την έκανε μελαγχολική, γιατί δεν μπορούσε να ζήσει την έντονη ζωή των συνομηλίκων της. Μοναχοκόρη καθώς ήταν, ένιωσε πιο έντονη μελαγχολία, όταν στα δεκαοχτώ της έχασε τον πατέρα της και σε σαράντα ημέρες την μητέρα της. Η μοναξιά είχε αρχίσει να γίνεται αχώριστος σύντροφός της, αλλά η μελαγχολική Μαρία βρήκε στη δουλειά της τη διέξοδο που ζητούσε. Διορισμένη στη Νομαρχία Μεσσηνίας, έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για ζητήματα γυναικών.
Ωστόσο, το ανήσυχο πνεύμα της δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί στα στενά πλαίσια των επαγγελματικών της ενδιαφερόντων. Επιθυμούσε να σπουδάσει νομικά, χωρίς να εγκαταλείψει τη δουλειά της, που της εξασφάλιζε τα προς το ζην. Έτσι το 1921, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, ζήτησε μετάθεση στη Νομαρχία Αττικής. Ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Στη Νομαρχία εκείνη την εποχή υπηρετούσε και ο Κώστας Καρυωτάκης, ο ποιητής της θλίψης και της απαισιοδοξίας».
Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;

(Από το ποίημα του Καρυωτάκη “Ύπνος”)
Οι δύο νέοι δέθηκαν στην αρχή με μια τρυφερή φιλία, που αργότερα εξελίχτηκε σε φλογερό έρωτα. Το ειδύλλιο αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της. Τα προβλήματα υγείας όμως την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις σπουδές της και να μείνει ανεκπλήρωτος ο πόθος της να τελειώσει τη Νομική. Η φυματίωση σάρωνε εκείνη την εποχή.
Διψασμένη για ζωή, άρχισε να σπαταλά τη ζωντάνια που της απέμενε, σε γλέντια και ξενύχτια. Με φωνή σαν αηδόνι και με πάθος για το χορό, την έκαναν περιζήτητη σε συγκεντρώσεις και κυριολεκτικά κατακτούσε όσους την γνώριζαν. Έτσι δεν είχε κατακτήσει μόνο την καρδιά του Καρυωτάκη, αλλά και πολλών άλλων ανδρών.
ν

Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Καρυωτάκης. Πηγή: Youtube
ν

Όσο έβλεπε την υγεία της να κλονίζεται, τόσο επιθυμούσε να εκφράζεται καλλιτεχνικά, άλλοτε με το χορό και άλλοτε με το τραγούδι μα πιο πολύ με την ποίηση, που δειλά-δειλά άρχιζε να ξεχειλίζει από μέσα της, με ένα ασίγαστο πάθος.
Έτσι άρχισε να απαγγέλλει τους στίχους της στις συντροφιές της και δεν ήταν λίγοι αυτοί που θαύμαζαν το πηγαίο ταλέντο της. Από τους σημαντικότερους θαυμαστές της ο Καρυωτάκης. Αυτός την έμπασε στον κόσμο των ποιητών με ένα ποίημά της που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Έσπερος” της Σύρου. Εκεί έγραφε και ο ίδιος καθιερωμένος και αναγνωρισμένος πλέον ποιητής. Η παρουσία της Πολυδούρη στο πλευρό του Καρυωτάκη είχε δώσει τροφή στα κουτσομπολιά για τον μεγάλο έρωτα των δύο ποιητών.
«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες / γεννήθηκα / γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη…» γράφει σε ένα από τα ποιήματά της. Και αλλού: «Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ αφού πια έχεις πεθάνει/ και λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών…»
Το 1926 η Πολυδούρη, επιθυμώντας να γνωρίσει περισσότερο τον κόσμο και τη ζωή των καλλιτεχνών, φεύγει για το Παρίσι, με λίγα χρήματα που είχε καταφέρει να μαζέψει. Όμως η σπατάλη της λίγης δύναμης που της απέμενε και οι στερήσεις, τσάκισαν την υγεία της με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες αιμοπτύσεις. Με τη βοήθεια μερικών Ελλήνων του Παρισιού μπαίνει στο Νοσοκομείο “Σαριτέ” για θεραπεία.
Το 1928 επιστρέφει στην Αθήνα και μετά από λίγο, με τη βοήθεια πάντα των φίλων, μπαίνει στη “Σωτηρία”. Πριν μπει στο νοσοκομείο τυπώνει την πρώτη ποιητική συλλογή της Οι τρίλιες που σβήνουν.
Είχε πλήρη συναίσθηση του τέλους της που πλησίαζε. Περιφρονώντας πια κάθε γήινο, κάθε υλική και κοινωνική επαφή, λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή στις 29 Απριλίου 1930, σε ηλικία μόλις 28 ετών, γεμάτη κούραση και πίκρα, θα γράψει το τελευταίο της τραγούδι:
Πάρτε το φως, είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη
φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.
Πάρτε το φως, είναι η στιγμή
τη θέλω όλη δική μου!
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
μου αρνιέται την ψυχή μου…

 


Translate this post