Παιδεία και πολιτικοί: Βαβέλ σε τελικό στάδιο

Κατηγορία Opinion

OPINION

Από τον Χρήστο Γιανναρά (*)

 

Μας απογοητεύει η πραγματικότητα, ίσως και μας απελπίζει. Αλλά η εθελοτυφλία της στρουθοκαμήλου δεν είναι λύση, είναι αργόσυρτη αυτοκτονία.


ν

H ΚΟΙΝΗ λογική και η πάγκοινη εμπειρία βεβαιώνουν ότι ο μύθος της Βαβέλ συνοψίζει και εικονογραφεί μια καίρια ρεαλιστική αλήθεια: Καμιά ανθρώπινη συλλογική στόχευση δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν λείψει η κοινή συνεννόηση: Αν επέλθει σύγχυση στη γλώσσα, αν ο καθένας δίνει στις λέξεις διαφορετικό, της επιλογής του, νόημα.
Μια ομάδα από τετρακόσιους εβδομήντα έναν φοιτητές του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου ζήτησαν από τον υπουργό Παιδείας, πανεπιστημιακό καθηγητή κ. Γαβρόγλου, να απαλλάξει το Αριστοτέλειο (προφανώς με την επικουρία και άλλων αρμόδιων υπουργείων) από τον εφιάλτη της καθημερινής απειλής, ντροπής και αηδίας, που είναι η ανενόχλητη εμπορία ναρκωτικών στα αλσύλλια της Πανεπιστημιούπολης.
Γιατί απευθύνθηκαν στον υπουργό Παιδείας οι διαμαρτυρόμενοι και όχι στην αστυνομία, που είναι η καθ’ ύλην αρμόδια; Διότι, παρά την ισχύουσα νομοθεσία και παρά το κατάφωρο του εγκλήματος, το κόμμα που κυβερνάει σήμερα τη χώρα και το οποίο υπηρετεί, χρόνια τώρα, ο κ. Γαβρόγλου, καταλαβαίνει τη λέξη «πανεπιστήμιο» ως χώρο κατασφαλισμένων «ελευθεριών». Και καταλαβαίνει τη λέξη «ελευθερία» σαν δυνατότητα απεριόριστων και ανεξέλεγκτων ατομικών επιλογών.
Για όλους τους «προοδευτικούς» ελλαδίτες πολιτικούς, που στελεχώνουν όχι μόνο την τραγελαφική «Αριστερά των μνημονίων», αλλά και τη N.Δ., το μασκαρεμένο σε «Δημοκρατική Συμπαράταξη» ΠAΣOK, το ιδεολογικά ευνουχισμένο για λόγους «διαχειριστικής» μονοτροπίας «Ποτάμι», φυσικά το συνεπέστατα «φιλελεύθερο» πάντοτε KKE, ακόμα και την πρωτοπόρο στην υπεράσπιση της «ελευθερίας» ως τραμπουκισμού X.A., όλοι οι «προοδευτικοί» ελλαδίτες καταλαβαίνουν την ελευθερία ως κατασφαλισμένο ατομικό δικαίωμα επιλογών.
Συμβολικός ιδεότυπος αυτής της «ελευθερίας» το «σούπερ μάρκετ»: Χώρος όπου ανεμπόδιστα επιλέγω. Έστω κι αν οι επιλογές μου είναι ευφυέστατα και προγραμματικά προκαθορισμένες ερήμην μου. Εγώ ηδονίζομαι με την ψευδαίσθηση (άκρως κολακευτική του εγωκεντρισμού μου) της δήθεν επιλογής. Ίδια ηδονική ψευδαίσθηση, όπως και όταν ξυλοδέρνομαι για την ποδοσφαιρική «μου» ομάδα, το κόμμα «μου», τη θρησκευτική «μου» ιδεοληψία.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια μικρή μειονότητα Ελλήνων (κάθε ηλικίας) που έχουν αντιληφθεί και πιστοποιήσει ότι μια ήταν πάντοτε στην παράδοση (εμπειρία) του ελληνικού γένους η πραγματικότητα της ελευθερίας. Να κατακτήσει ο άνθρωπος την αποδέσμευσή του από κάθε μορφής αναγκαιότητα: Από τις ενστικτώδεις ενορμήσεις του, τα τυφλά πάθη του, τις ταυτισμένες με την εγωτική του θωράκιση «βεβαιότητες».
Μόνη πραγματική ελευθερία, η δυναμική των σχέσεων κοινωνίας. Γι’ αυτό και «δημοκρατία» για τον Έλληνα δεν ήταν ποτέ η θωράκιση ατομικών δικαιωμάτων, αλλά το άθλημα της μετοχής στην επιδίωξη των κοινωνούμενων στόχων της συμβίωσης, αδιάκοπη επιδίωξη ελευθερίας.
ν

Πολιτικάντικος πρωτογονισμός

Οι 471 φοιτητές του Αριστοτέλειου ζητούσαν από τον υπουργό κάτι απόλυτα συνεπές με την τρέχουσα λογική της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος. Θα μπορούσε, ωστόσο, το ίδιο αυτό αίτημα να απηχεί και την ελευθερία ως πραγμάτωση σχέσεων κοινωνίας της ζωής στο πεδίο της σπουδής, της έρευνας, του καθημερινού κοινού μόχθου.
O υπουργός απάντησε με μια τρίτη λογική: αυτήν του πολιτικάντικου πρωτογονισμού, που θέλει και τον υπόκοσμο να κολακέψει και τους φοιτητές να παραμυθιάσει με φαντασιώσεις εξουσιαστικής ισχύος: «Αν υπήρχε ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα, το πρόβλημα στην πανεπιστημιούπολη Θεσσαλονίκης θα είχε λυθεί»!!
Βαβέλ. O καθένας να επενδύει στη λέξη «ελευθερία» ό,τι ορέγεται η βολή του, το συμφέρον της καριέρας του, το αχαλίνωτο θυμικό του.
Αξίζει να αρχίσει κανείς να παρατηρεί μεθοδικά και να ανιχνεύει το φαινόμενο Βαβέλ, σαφώς επιθανάτιο σύμπτωμα (καταλύτης διάλυσης) της ελληνικής κοινωνίας. Με πόσο διαφορετικές ή και αντιθετικές σημασίες χρησιμοποιούν, πολιτικοί και media, λέξεις κλειδιά για τις βασικές λειτουργίες της κοινωνίας των κοινών αναγκών – τι σημαίνουν για τον καθένα οι λέξεις «κοινωνία», «παιδεία», «εντιμότητα», «ειλικρίνεια», «αξιοκρατία». Ποιο νοηματικό περιεχόμενο αποδίδει στη λέξη «δημοκρατία» η μεγάλη έκπληξη των συμβιβασμών Λιάνα Κανέλλη, πώς καταλαβαίνει το «πελατειακό κράτος» η Φώφη Γεννηματά, τι αντιλαμβάνεται ως «πατριωτισμό» ή «ελληνικότητα» ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τι σημαίνει «συνέπεια» για τον κ. Τσίπρα.
Και μη νομίσουμε ότι η Βαβέλ αναβιώνει μόνο στην αρένα της πολιτικής. Δεν υπάρχει τομέας του κοινωνικού βίου όπου η αχρήστευση του γλωσσικού κώδικα να μην παράγει εφιαλτική ασυνεννοησία και ίλιγγο αυθαιρεσίας.
Πρόσφατα, ένα επιπλέον σύμπτωμα δραματικής γλωσσικής σύγχυσης και ασύμπτωτης κατανόησης νοημάτων αναστάτωσε το μόνιμα προβληματικό «σώμα» των ελλαδικών επισκόπων:
Αφορμή μια επιστολή. Την απηύθυνε μητροπολίτης σε «αδελφό» και «συλλειτουργό» του, με την ευγενική και κόσμια έκκληση-παράκληση να πάψει να αυθαιρετεί παίρνοντας πρωτοβουλίες που προκαλούν οδυνηρά προβλήματα σε ολόκληρη την ελλαδική Εκκλησία. O παραλήπτης αντέδρασε οργισμένα, παρενέβησαν και άλλοι επιστολογράφοι, το διαδίκτυο «πήρε φωτιά». Πέρα από όλες τις άλλες παραμέτρους, το σύμπτωμα κραύγαζε την τραγωδία της σύγχυσης γλωσσών και νοημάτων, το σύνδρομο Βαβέλ.
O παραλήπτης της επιστολής έγινε ολοφάνερο ότι καταλαβαίνει την αλήθεια σαν ορθότητα – ταυτίζει την «αλήθεια» με την «αλάθητη» διατύπωση (ακριβώς όπως και ο παπισμός και το K.K.). Διότι η «ορθότητα» χρειάζεται πάντοτε μιαν «αλάθητη» αυθεντία να την εγγυάται και να ελέγχει τη χρήση της (: την παπική καθέδρα, «μόνη τη Γραφή», τα «κείμενα των Πατέρων», τις συγγραφές του Μαρξ, τη «γραμμή» που «δίνει» το κόμμα κ.λπ.).
Με άλλα λόγια, η «ορθότητα» προαπαιτεί την επένδυσή της σε έναν εξουσιαστικό φορέα, προσπορίζει απόλυτη εξουσία η ορθότητα – γι’ αυτό και οι θεσμικοί φορείς της αλήθειας ως ορθότητας τόσο συχνά «υπερφρονούν».
Τόσο στην ελληνική «εκκλησία του δήμου» όσο και στη χριστιανική «εκκλησία των πιστών» η αλήθεια δεν ταυτίστηκε ποτέ με την ορθότητα της διατύπωσης. H διατύπωση διατύπωνε πάντοτε τους «όρους» της αλήθειας (τα όρια-πλαίσια) της κοινής και κοινωνούμενης εμπειρίας. Τη γνώση της αλήθειας την εξασφάλιζε η μετοχή, όχι η κατανόηση ή ψυχολογική κατανάλωση βεβαιοτήτων. «Καθ’ ό,τι αν κοινωνήσωμεν αληθεύομεν, α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα».
Όταν απλώς κατανοούμε τα σημαίνοντα, να μη νομίζουμε και ότι γνωρίζουμε τα σημαινόμενα.

 

* Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης. Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.