Χρήστος Γιανναράς: «Δεν είμαστε Ισλανδία»

Κατηγορία Opinion

OPINION

Posted by Youmagazine Staff

 

Δύο φορές τον χρόνο, 25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου, ζούμε στην Ελλάδα μιαν ευφραντική ψευδαίσθηση. Με ψευδαισθήσεις ζούμε και τις υπόλοιπες 363 ημέρες του χρόνου, αλλά όχι οπωσδήποτε ευφραντικές.

242jhj6h65lj7627
v

ΣΤΙΣ ΔΥΟ «εόρτιες» αργίες, Μάρτη και Οκτώβρη, ζούμε την ψευδαίσθηση ότι συνεχίζουμε να συγκροτούμε «κοινωνία», να κατοικούμε «πατρίδα». Την ψευδαίσθηση κατασκευάζουν κυρίως τα ΜΜΕ, αλλά και τα τυποποιημένα προεδρικά, πρωθυπουργικά και λοιπά «επίσημα» διαγγέλματα – οι παρελάσεις, τα θούρια, τα σχόλια που συνοδεύουν τις τηλεοπτικές εικόνες, οι αφηγήσεις υπερήλικων αυτοπτών ή ειδημόνων που ζωντανεύουν το παρελθόν.

Ψευδαισθάνεται η ελλαδική πληθυσμική συλλογικότητα ότι είναι ακόμα «κοινωνία», ότι λειτουργούν ακόμα άξονες συνοχής – όχι πια η γλώσσα ούτε η «παράδοση» που μεταβιβάζει πείρα, συμπεράσματα, συνέχεια ιδιοπροσωπίας, αλλά κάποιο ψυχολογικό κατάλοιπο αίσθησης του ανήκειν, τυφλό όσο και στους ποδοσφαιρομανείς. Τις δύο αυτές μέρες του χρόνου παίζεται στην Ελλάδα η παντομίμα της «πατρίδας».

Στα σχολεία και στα πανεπιστήμια η ευφραντική ψευδαίσθηση έχει εξουδετερωθεί με ισχυρές δόσεις φωταδιστικού διεθνισμού – τα πράγματα εκεί ελέγχονται από τις «προοδευτικές δυνάμεις» σαράντα δύο χρόνια τώρα. O πόλεμος με την Ιταλία βεβαιώνεται μόνο ιδεολογικός, αντιφασιστικός, καθόλου πατριωτικός (ο πατριωτισμός είναι μια μικροαστική προκατάληψη). Όσο για το 1821, ήταν οι κατσαπλιάδες του κοινωνικού περιθωρίου που ξεσηκώθηκαν, κυρίως για να φαγωθούν μεταξύ τους παρά για να διώξουν τους Τούρκους. Ευτυχώς, οι φιλέλληνες Ευρωπαίοι ναυμάχησαν στο Ναυαρίνο, ελευθέρωσαν την Ελλάδα, την έκαναν κράτος, της δάνεισαν βασιλιά, νόμους, θεσμούς, οργάνωση.

Οι παρελάσεις πάντως και οι μεγαλοστομίες των παρουσιαστών – σχολιαστών τους, τα θριαμβικά εμβατήρια, οι σημαιοστολισμοί, τα επικαιροποιημένα ραδιο-τηλεοπτικά προγράμματα, συνεχίζουν, δυο φορές τον χρόνο, την ευφραντική ψευδαίσθηση.

Με χαμένη την κρατική της ανεξαρτησία και εξευτελιστικά επιτροπευόμενη, η Ελλάδα επιδεικνύει τον εξοπλισμό της, οι φιλαρμονικές παιανίζουν θούρια, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας υποκλίνεται στις σημαίες που παρελαύνουν. Όλοι ξέρουν, εμείς οι ντόπιοι και η υφήλιος σύμπασα, ότι ο εξοπλισμός της χώρας είναι απολειφάδι μόνο της καταλήστευσης των προϋπολογισμένων για την άμυνα κονδυλίων από τους κομματανθρώπους της εξουσίας. Φυλάκισαν (εξιλαστήρια δειγματοληψία) τον Τσοχατζόπουλο, αλλά όσοι πρωθυπούργευαν τότε ή συνυπουργούσαν ή «παρέλαβαν» την υπουργία από τον Τσοχατζόπουλο απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα επίχειρα της συναυτουργίας από θέσεις εξουσίας, έως σήμερα.

Φυσικά (και αυτό το επίρρημα συγκεφαλαιώνει τη θανατερή παρακμή μας) ούτε οι κορυβαντιώντες σχολιαστές των παρελάσεων ούτε τα αργυρώνητα κομματικά αφεντικά τους αφήνουν να ξεμυτίσει, έστω και φευγαλέα, το ερώτημα: Ακόμα και αυτό το εξοπλιστικό υπόλειμμα της χρηματολαγνείας των κομματανθρώπων, ποιοι θα το χειριστούν, με ποιο φρόνημα, με ποια θυσιαστική ετοιμότητα; Να πολεμήσει το Ελληνόπουλο σήμερα, αν χρειαστεί, για ποια πατρίδα, για ποια ελευθερία και ανεξαρτησία, για ποια Ιστορία, ποια γλώσσα, ποιες «εστίες», ποια «ιερά»;
v

Άλλο «πατρίδα» και άλλο «κράτος»

Εδώ και σαράντα δύο χρόνια η λέξη «πατρίδα» έχει αποκλειστεί από το πολιτικό λεξιλόγιο, προδίδει «εθνικισμό» – χαρίστηκε η λέξη στον χρυσαυγίτικο τραμπουκισμό. Ούτε ξέρει πια το Ελληνόπουλο, κανείς δεν του εξήγησε, τι θα πει «πατρίδα». Ξέρει, σαν μοναδικό σημαίνον της οργανωμένης συλλογικότητας, το «κράτος». Και η λέξη «κράτος» αντιπροσωπεύει, για κάθε Έλληνα, έναν μηχανισμό σήψης, διαφθοράς και ανικανότητας υποταγμένον ολοκληρωτικά στην «πελατειακή» λογική των σχέσεων της εξουσίας με τον πολίτη.

Αυτό το κράτος, εξοργιστικό και αηδιαστικό αποκύημα αναξιοκρατίας, βολέματος των ιταμών ανίκανων, δηλαδή των κομματικών παρασίτων, κάθε νοήμων πολίτης το αισθάνεται αντίπαλο, απειλή της ζωής του και της αξιοπρέπειάς του. Να πάει να πολεμήσει, να ρισκάρει τη μία και μοναδική ζωή του, γι’ αυτό το «κράτος»; Εξάλλου «εθνική ανεξαρτησία» πια δεν υπάρχει, το κράτος επιτροπεύεται ολοκληρωτικά, έφτασε να είναι εξευτελιστικά χρεοκοπημένο, να περιμένει τη «δόση» της μεγαθυμίας των δανειστών για να βγάλει τον κάθε μήνα. Χρεοκόπησε το ελληνώνυμο κράτος, για να μπορεί χωρίς λογοδοσία να αθετεί την υπογραφή του και τις σφραγίδες του, να αδιαφορεί για τις συμβάσεις που έχει υπογράψει (μισθοδοσίας, συνταξιοδότησης), να κατακλέβει σαν κοινός λωποδύτης τις αποταμιεύσεις του μόχθου των πολιτών από τα «ασφαλιστικά» (κατ’ ευφημισμόν) ταμεία.

Οι παρελάσεις αρμάτων μάχης, τηλεβόλων, πυραύλων και στρατιωτικών αγημάτων, οι υπερπτήσεις πολεμικών αεροπλάνων και ελικοπτέρων, οι συναισθηματισμοί των επίσημων διαγγελμάτων, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι δεν ανασταίνουν αίσθηση πατρίδας, συνείδηση κοινωνικού σώματος στη σημερινή Ελλάδα. Το «αξιόμαχον» και «ετοιμοπόλεμον» ενός λαού δεν κρίνεται από τις πολεμικές μηχανές που διαθέτει, αλλά από το «φρόνημα»: την ετοιμότητά του να υπερασπίσει κάτι, που χωρίς αυτό η βιολογική επιβίωση δεν έχει νόημα.

Από αυτό το «κάτι» έχουμε επισήμως παραιτηθεί οι σημερινοί Ελληνώνυμοι υπογράφοντας «μνημόνια» εκούσιας απεμπόλησης της ανεξαρτησίας-ελευθερίας μας – ψηφίζουμε ακόμα κόμματα και πρόσωπα, τους φυσικούς αυτουργούς των εγκλημάτων εξωφρενικού υπερδανεισμού για χάρη του πελατειακού-κομματικού κράτους. Δεν είμαστε Ισλανδία, δεν έχουμε πια συλλογικά αντανακλαστικά αξιοπρέπειας, η Ισλανδία απέδειξε ότι είναι κοινωνία που θέλει να επιβιώσει ιστορικά, εμείς δεν έχουμε τέτοιο τσαγανό.

Μη βαυκαλιζόμαστε με τις παρελάσεις και τις φανφάρες. Έχουμε βάλει υποθήκη έως και το νερό που πίνουμε, το φως που αντιπαλεύει τις νύχτες μας. Όποια κοινωνική περιουσία (πατρίδα) διαθέταμε, την έχουμε υποθηκεύσει – οδικό δίκτυο, λιμάνια, αεροδρόμια, αρχαιότητες, τις ακτές μας, τις βουνοκορφές. Τι απομένει δικό μας για να το υπερασπίσουμε με τα κανόνια και τα τανκς της παρέλασης;

Το «υπέρ βωμών και εστιών» ηχεί ευτράπελο. Για την «εστία», τη σκέπη όπου ζεστογωνιάζει η ψυχή μας, πληρώνουμε ΕNΦIA, κεφαλικό χαράτσι. Το κεράκι που ανάβουμε στους «βωμούς», το φορολογεί το κράτος, ο δυνάστης και τύραννος. O ίδιος δυνάστης, από κάθε οβολό που κερδίζουμε μοχθώντας με το κορμί ή το μυαλό και τα νεύρα μας, απαιτεί και παρακρατάει έως και το 60%.

Μην κοροϊδευόμαστε, η Ελλάδα έχει τελειώσει. Θα υπήρχε ακόμα και τώρα σωτηρία, αν με την ψήφο μας εξαφανίζαμε από την πολιτική σκηνή τους αυτουργούς της καταστροφής μας. Αλλά δεν είμαστε Ισλανδία.