Oops! It appears that you have disabled your Javascript. In order for you to see this page as it is meant to appear, we ask that you please re-enable your Javascript!

Η Νοτούλα, ο Νυμφίος και ο καυγάς για τη δημαρχία

Κατηγορία ΘΕΜΑΤΑ, Πολιτική

ΧΡΟΝΙΚΟ

Από τον Κώστα Αλεξανδρόπουλο

 

Ο επόμενος δήμαρχος Θεσσαλονίκης θα είναι μάλλον γένους θηλυκού και θα ακούει ενδεχομένως στο όνομα Νοτούλα.

ν

ΟΤΑΝ χτύπησαν το κουδούνι, τους άνοιξε ο ίδιος ο κυρ-Γιάννης. Τους υποδέχτηκε ντυμένος κομψά, αλλά ξυπόλυτος. Είπε ότι ο γιατρός του, λόγω κάποιου προβλήματος, του είχε απαγορεύσει να φοράει κάλτσες. Έκανε θερμή χειραψία με τον Νυμφίο, ενώ φίλησε σταυρωτά την κοπέλα που τον συνόδευε.
«Μια στιγμή να φορέσω τα παπούτσια μου», είπε.
Οδήγησε τους δύο επισκέπτες στο λαμπρά διακοσμημένο σαλόνι που το χρησιμοποιούσε και ως γραφείο, όπου υπήρχαν συλλεκτικά έργα. Ένας πίνακας με τον Σπάιντερμαν να πίνει φραπέ, που τον είχε αγοράσει φτηνά από ένα Comicdom Con στην Αθήνα, δέσποζε στο χώρο.
Η κοπέλα του πρόσφερε ένα μπουκέτο με λουλούδια, που είχαν αγοράσει ερχόμενοι από έναν πλανόδιο πωλητή, που έφτιαχνε ανθοδέσμες από τα λουλούδια που ξέμεναν στα νεκροταφεία και που –προφανώς– ήταν άχρηστα στους τεθνεώτες. Ας ήταν τουλάχιστον χρήσιμα στους ζωντανούς.
«Αυτά, κυρ-Γιάννη είναι από εμάς…»
Πήγε να πει «…τις καθαρίστριες» αλλά συγκρατήθηκε. Είχε πάψει προ πολλού να είναι συμβασιούχος καθαρίστρια. Έπρεπε να θυμάται ότι τώρα ήταν υπουργός ή κάτι τέτοιο. Δεν γνώριζε ακόμα τι ακριβώς.
«Άκουσα, Γιάννη, ότι δεν θέλεις να ξανακατέβεις για δήμαρχος», είπε ο Νυμφίος, την ώρα που πάρκαρε το σώμα του στον μαύρο δερμάτινο καναπέ, με τη χάρη οδηγού νταλίκας. Πάνω από τον καναπέ κρεμόταν ξεχασμένη η επιγραφή “Je suis Charlie”.
Η κοπέλα διάλεξε μια απλή καρέκλα, όπου κάθισε στητή ως Καρυάτιδα.
«Να σου πω, Αλέξη, βαρέθηκα», είπε ο κυρ-Γιάννης. «Βαρέθηκα να διοργανώνω κάθε χρόνο το gay pride parade. Ξέρεις τι δουλειά έχει; Συγκεντρώσεις, παρελάσεις, άρματα, πάρτι… Οι υπηρεσίες του Δήμου διαμαρτύρονται για το σκουπιδομάνι που αφήνουν πίσω τους οι αδελφές και οι λεσβίες που έρχονται απ’ όλο τον κόσμο! Βαρέθηκα, σου λέω!»
«Αν σου έλεγα, δήμαρχε, ότι το ετήσιο gay pride θα το αναλάβει από ’δω και πέρα η κεντρική διοίκηση, δηλαδή η κυβέρνηση, δηλαδή εγώ, μήπως θα σε έπειθα να το ξανασκεφτείς;»
«Μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Οι αντιδήμαρχοι και οι δημοτικοί σύμβουλοι με πιέζουν κάθε φορά που έχουμε συνέλευση, να πηγαίνουμε και να συνεδριάζουμε στα μπουρδέλα! Το τερπνόν, βλέπεις, μετά του ωφελίμου! Δεν φέρνω αντίρρηση, αλλά όταν φεύγουμε από κει, μυρίζουμε όλοι κάτουρο, σπέρμα κι ένα πράγμα περίεργο σαν ψαρίλα. Βαρέθηκα, σου λέω. Καιρός εμείς οι μεγαλύτεροι να φεύγουμε και να κάνουμε τόπο στα νιάτα», είπε ο κυρ-Γιάννης, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στην κοπέλα που καθόταν μουτρωμένη στην καρέκλα δίπλα του.
«Αν σου έλεγα ότι δεν λυπάμαι που φεύγεις, θα ήταν ψέματα», αναστέναξε ο Νυμφίος. «Μήπως, κατά τύχη, έχεις να προτείνεις κάποιον άξιο να σε αντικαταστήσει;»
«Βεβαίως», απάντησε περιχαρής ο κυρ-Γιάννης.
«Και ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο άλλος συνοφρυωμένος.
«Όχι “ποιος”, αλλά “ποια”! Το έχω σκεφτεί πολύ και νομίζω πως ήρθε η ώρα να διοικήσει, επιτέλους, τον Δήμο μια γυναίκα! Να του βάλει μια τάξη, μια καθαριότητα».
«Για λέγε».
«Νομίζω ότι η καταλληλότερη για τη δημαρχία είναι αυτή εδώ!» Ο κυρ-Γιάννης έριξε ένα θριαμβευτικό βλέμμα στην κοπέλα που καθόταν σιωπηλή δίπλα του.
«Μπράβο, Γιάννη! Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Γιατί κι εγώ δεν βρίσκω άλλο πρόσωπο πιο κατάλληλο από μια πάππου προς πάππου Σαλονικιά! Έλα όμως που δεν θέλει! Της αρκεί, λέει, το υπουργιλίκι. Νιώθει πιο ασφαλής. Πες της κι εσύ καμιά κουβέντα».
«Γιατί δεν θέλεις να κατέβεις υποψήφια δήμαρχος, Νοτούλα;» ρώτησε ο κυρ-Γιάννης με πατρικό ενδιαφέρον την κοπέλα που έπλεκε και ξέπλεκε τα δάχτυλά της αμήχανα, με το βλέμμα στυλωμένο έξω από το παράθυρο στο άπειρο. «Θα σε στηρίξουμε όλοι μας».
Η κοπέλα όμως δεν τον άκουγε. Το μυαλό της ταξίδευε ήδη αλλού…
ν


ν

Από τα μικράτα της ήταν άτομο πολιτικοποιημένο. Τη συγκινούσε ο πόνος των άλλων και ήθελε να βοηθήσει. Σπούδασε ψυχολογία και ανθρωπιστικές επιστήμες για να κάνει κάτι χρήσιμο και πρακτικό. Έκανε αίτηση για να προσληφθεί στο Δήμο κι εκείνοι, με τα προσόντα που είχε, την προσέλαβαν αμέσως και την τοποθέτησαν στην υπηρεσία καθαρισμού της πόλης. Ένα από τα όνειρά της είχε πραγματοποιηθεί.
Με μια σκούπα στο χέρι κι ένα φαράσι στο άλλο, και φορώντας ένα κίτρινο φωσφοριζέ γιλέκο, έπαιρνε κάθε μέρα σβάρνα τους δρόμους της όμορφης Θεσσαλονίκης και τους απάλλασσε από τα σκουπίδια που πετούσαν οι περαστικοί. Επιτέλους, έκανε δημόσιο έργο, χρήσιμο και πρακτικό.
Μια μέρα, ο κυρ-Γιάννης μήνυσε σε όλες τις καθαρίστριες του Δήμου να αφήσουν σκούπες και φαράσια, να βγάλουν τα κίτρινα γιλέκα, να φορέσουν τα καλά τους, κι έτσι στολισμένες και βαμμένες να παρουσιαστούν στην αίθουσα δεξιώσεων του Δήμου. Θα ερχόταν, λέει, ένα υψηλό πρόσωπο από την Αθήνα κι επειδή οι υπόλοιποι υπάλληλοι του Δήμου «οικουρούσαν» και δεν μπορούσε να τους βρει, έπρεπε να πάνε αυτές στην υποδοχή για να μη φανεί ότι στο Δήμο δεν δούλευε κανένας.
«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός· και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα», έγραφε στο μήνυμα ο κυρ-Γιάννης, που εκτός από δήμαρχος ήταν και μορφωμένος. «Να είστε στην ώρα σας. Μην φερθείτε όπως αι μωραί παρθέναι», κατέληγε το μήνυμα του δημάρχου.
Οι κοπέλες χασκογέλασαν. Καμιά τους δεν ήταν πνεύμα αντιλογίας και ανυπακοής. Μπορεί να μην ήξεραν ξένες γλώσσες, αλλά από γυναικεία διαίσθηση κατάλαβαν ότι “νυμφίος” σήμαινε “γαμπρός”. Ίσως, αν ήθελε ο Κύριος, να χαμογελούσε η τύχη σε κάποια απ’ αυτές.
Πλύθηκαν, ντύθηκαν, στολίστηκαν και έγιναν όμορφες, αν και μερικές το παράκαναν με τη μάσκαρα, ενώ άλλες έχυσαν πάνω τους, εν καιρώ μνημονίου, μισό μπουκάλι πατσουλί. Η κοπέλα παρατήρησε ότι πολλές είχαν έρθει μισοντυμένες. Ίσως γιατί δεν είχαν άλλα ρούχα να φορέσουν.
Η ίδια είχε βάλει ένα σεμνό φόρεμα, κλειστό έως το λαιμό. Το ίδιο που είχε φορέσει και στο γάμο του ξαδέρφου της στην Καλαμαριά. Μπορεί να μην ήταν Dior ή Donna Karan ήταν όμως αρκούντως μεταλλιζέ, χωρίς να δείχνει κιτς, και αρκούντως στενό ώστε να αναδεικνύει το κορμί της, που ήξερε ότι θα συγκέντρωνε όλα τα αποχαυνωμένα βλέμματα των αντρών, μόλις ανέβαινε στην πίστα για να χορέψει τσιφτετέλι. Γι΄αυτό είχε βάλει τη μάνα της να την ξεματιάσει προκαταβολικά.
Γι’ αυτό και τώρα ένιωσε τρόμο, όταν μετά την έλευση του Νυμφίου, την ειδοποίησαν να παρουσιαστεί πάραυτα στο ιδιαίτερο γραφείο του δημάρχου. Μήπως είχαν βρει πάνω της κάτι στραβό; Μήπως την απέλυαν;
Με την καρδιά της να έχει ανέβει στο λαιμό της και κατακόκκινη σαν παπαρούνα, χτύπησε δειλά την πόρτα. Οι δύο άντρες κάθονταν κοντά-κοντά σαν να συνωμοτούσαν. Αφού έγιναν οι συστάσεις, ο Νυμφίος από την Αθήνα της έκανε μια ερώτηση – μια χαζή ερώτηση. Τη ρώτησε αν έχει πολιτικές φιλοδοξίες.
Εκείνη γέλασε. Φυσικά και είχε πολιτικές φιλοδοξίες! Ποια κοπέλα, άλλωστε, δεν θέλει να βρει έναν καλό γαμπρό (κατά προτίμηση πρίγκιπα), να έχει ένα δικό της σπίτι και να κάνει παιδιά;
Ο Νυμφίος διευκρίνισε πως εννοούσε το υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης. Ήθελε να προσληφθεί εκεί;
Η κοπέλα δεν ήταν χαζή. Απάντησε πως το εν λόγω υπουργείο είχε καταργηθεί εδώ και καιρό. Ας έψαχναν για κανένα άλλο κορόιδο.
Έμεινε έκπληκτη όταν ο Νυμφίος είπε: «Εγώ το κατάργησα, εγώ θα το ξαναφτιάξω!» Θεέ μου, τι Νυμφίος!
Έτσι ξεκίνησε μια αγνή πολιτική φιλία, ανάμεσα σε έναν Νυμφίο επαναστάτη και μια μαχόμενη κοπέλα με πλούσια προσόντα και μεγάλη εργασιακή εμπειρία στο χώρο της καθαριότητας.
ν


ν

Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο / Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο / Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια / Ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια
Και στη Σαλονίκη φυσούσε ένας Βαρδάρης…
Αυτό το τραγούδι είχε «κολλήσει» στην κοπέλα, που έβλεπε να περνούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και να μη γίνεται τίποτα. Άλλα πράγματα ήθελε αυτή. Να βάλει ένα στεφάνι, να έχει ένα σπίτι, να κάνει παιδιά. Ως υπουργός συμμετείχε σε ανούσιες συζητήσεις που τέλειωναν με τη συμφωνία όλων των παρευρισκομένων να συνεχίσουν τη συζήτηση στην επόμενη συνάντηση. Νοσταλγούσε τα χρόνια που ήταν απλή καθαρίστρια. Τουλάχιστον τότε έκανε κάτι χρήσιμο.
Τώρα ήθελαν με το ζόρι να την κάνουν δήμαρχο. Τι θα κέρδιζε; Μια φίλη της, η Ράνια, δούλευε κι αυτή στην καθαριότητα, ώσπου άφησε μια μέρα άφησε την ασφάλεια του δημοσίου και μεταπήδησε στον ιδιωτικό τομέα. Η Νοτούλα τη ρώτησε γιατί πήρε αυτό το ρίσκο.
«Είσαι χαζή;» της είπε η φίλης της. «Ξέρεις πόσα βγάζω στον ιδιωτικό τομέα; Πριν λίγες μέρες κάποιος κύριος, όνομα και μη χωριό, έγραψε στ’ όνομά μου ένα σπίτι μαζί με το οικόπεδο, παρακαλώ! Δεν στα δίνει αυτά το δημόσιο».
Έκπληκτη η κοπέλα, ρώτησε τη φίλη της τι έκανε για να της γράψει αυτός ο κύριος ένα σπίτι στ’ όνομά της.
«Τίποτα σπουδαίο. Μεταξύ μας, ένα γεροντάκι είναι, μόνο του στη ζωή. Παιδιά, σκυλιά δεν έχει. Τον λυπήθηκα κι άρχισα να του κάνω πίτες. Ενθουσιάστηκε κι από ευγνωμοσύνη, μου έγραψε το σπίτι».
«Κάνοντας απλώς πίτες;» ρώτησε η άδολη παιδούλα.
«Μη νομίσεις ότι το κάνω αυτό στην καθημερινότητά μου. Του έκανα πρώτα μερικές πίτες, φχαριστήθηκε, κι ύστερα του είπα τη δυσκολία μου. Συγκινήθηκε και θέλησε να με βοηθήσει».
«Δίνοντάς σου ένα σπίτι; Απλά επειδή του έκανες πίτες;»
«Αυτό κάνουν όλες σήμερα, χαζούλα μου! Ξύπνα! Βρίσκουν έναν γέρο και του κάνουν πίτες!»
Η κοπέλα ένιωσε θλίψη που η μητέρα της δεν της έμαθε κι εκείνης να κάνει πίτες. Όταν της είπε το παράπονό της, εκείνη περιέργως εξαγριώθηκε. «Δεν ξενοδούλευα τόσο καιρό να σε σπουδάσω για να πηγαίνεις να κάνεις πίτες! Έχεις μεγαλώσει πια και θα ’πρεπε να ξέρεις πως τις πίτες τις λένε συνήθως οι πολιτικοί και τις τρώει ο λαός!»
Αφού ηρέμησε λίγο, τη ρώτησε: «Τι λέει ο λεγάμενος; Θα σε αποκαταστήσει;»
Όχι, απάντησε, η Νοτούλα. Ο “λεγάμενος” δεν είχε τέτοιο σκοπό.
«Τότε τι σε τραβολογά από ’δω κι από ’κει;»
Η κοπέλα διαμαρτυρήθηκε. Κανείς δεν την τραβολογούσε πουθενά. Απλώς κάθε φορά που ο Νυμφίος ανέβαινε Θεσσαλονίκη, συναντιόντουσαν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, πηγαίνοντας από διαφορετικό δρόμο ο καθένας, για να μην δώσουν αφορμή στους κακοπροαίρετους.
Μέσα στο δωμάτιο, εκείνος την καλούσε να καθίσει κοντά του στο κρεβάτι, άνοιγε ένα βιβλίο και της διάβαζε αποσπάσματα από τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Μετά της έκανε ερωτήσεις για να δει τι κατάλαβε. Αν δεν έμενε ικανοποιημένος, αναλάμβανε να της εξηγήσει τι εννοούσαν οι δύο αυτοί σπουδαίοι θεωρητικοί και της μιλούσε για την παγκόσμια επανάσταση που ετοίμαζε ο ίδιος.
Όταν τελείωνε το φροντιστήριο, είχαν πεινάσει και οι δύο. Συνήθως παράγγελναν σουβλάκια. Ο Νυμφίος ποτέ δεν έτρωγε λιγότερα από οκτώ. Τελευταία, που οι επισκέψεις του ήταν πιο συχνές, είχε πάρει κι αυτή κάμποσα κιλά. Μετά την επίθεση στα σουβλάκια, ο Νυμφίος γλάρωνε και τον έπαιρνε ο ύπνος. Αυτή στεκόταν όλη νύχτα στο παράθυρο κοιτάζοντας τ’ άστρα και κάνοντας όνειρα για το μέλλον.
ν


ν

Όσες φορές προσπαθούσε να φέρει την κουβέντα στο επίμαχο ζήτημα, εκείνος αντιδρούσε λες και του πατούσαν τον κάλο: «Άκουσε, κορίτσι μου. Εγώ είμαι αριστερός επαναστάτης, μπορεί και αναρχικός. Εμένα που με βλέπεις έχω συναντήσει διάσημα πρόσωπα και ηγέτες χωρίς να φοράω γραβάτα! Ξέρεις τι είναι να μπεις στον Λευκό Οίκο χωρίς γραβάτα; Εμείς οι επαναστάτες ούτε γραβάτα φοράμε ούτε παντρευόμαστε. Εμείς… γράφουμε Ιστορία!»
Η κοπέλα δεν εντυπωσιάστηκε. Κι εκείνη όταν είχε ορκιστεί υπουργός δεν φορούσε γραβάτα.
«Ναι, αλλά όλο λες ότι θες στον δήμο ένα δικό σου άνθρωπο! Αν ήμουν ο δικός σου άνθρωπος, όπως λες, θα με παντρευόσουν!»
«Είσαι δικός μου άνθρωπος, πίστεψέ με! Κι αυτό είναι δέσμευση!»
«Εντάξει. Γράψε μου τουλάχιστον ένα από αυτά τα παραθαλάσσια οικόπεδα που λες ότι έχεις στο Αιγαίο, για να εξασφαλιστώ κι εγώ σαν κορίτσι».
«Δεν είναι παραθαλάσσια∙ θαλάσσια οικόπεδα είναι».
«Καλά! Έχει η θάλασσα οικόπεδα;»
«Και η θάλασσα έχει κι ο αέρας έχει… και δεν είναι δικά μου, εντάξει; Τουλάχιστον όχι ακόμη».
«Και ποιανού είναι;»
«Έλα εδώ, βρε κουτό, και μη θυμώνεις. Εμένα που με βλέπεις, είμαι προορισμένος για μεγάλα πράγματα! Η μοίρα μου, το ριζικό μου, είναι να γίνω Καίσαρας! Γι’ αυτό, έχω συνεννοηθεί με τον Ερντογάν…»
«Ποιον; Τον σκύλο σου;»
«Όχι, αυτόν. Τον άλλον, τον πρόεδρο της Τουρκίας. Έχω συνεννοηθεί μαζί του, με αφορμή μια γεώτρηση σε κάποιο από τα θαλάσσια –το τονίζω: θαλάσσια– οικόπεδα, να κάνει ένα μπραφ στο Αιγαίο. Και τότε πάνω στην αναμπουμπούλα εγώ θα γίνω Καίσαρας∗».
Η κοπέλα, αν και σπουδαγμένη, μπερδεύτηκε. Ήξερε ότι Καίσαρας λεγόταν η διάσημη πιτσαρία στην οδό Εγνατίας, «με ποικιλία από μοναδικές γεύσεις που αφήνουν τον ουρανίσκο σου απόλυτα ικανοποιημένο…» (Μακάρι αυτή τη φορά να παράγγελναν πίτσα, έτσι για αλλαγή). Αλλά το “μπραφ” τι ήταν;
«Μπραφ, παιδί μου… Πώς το λέτε εσείς εδώ; Θερμό επεισόδιο. Ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο. Το καλοκαίρι…»
«Καλά, και πρέπει να γίνει τόσος σαματάς για να ανοίξεις εσύ πιτσαρία; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαφήμισης;»
«Όχι, δεν με κατάλαβες… Τέλος πάντων, άστο. Θα σου εξηγήσω άλλη φορά… Τώρα πείνασα. Παρήγγειλε, σε παρακαλώ, μερικά σουβλάκια να φάμε».
Η κοπέλα πήγε στο τηλέφωνο για να δώσει την παραγγελία. Κρυφά, σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της. Γνώριζε τη συνέχεια. Εκείνος θα χλαπάκωνε οκτώ σουβλάκια κι έπειτα θα έπεφτε σε λήθαργο, σαν μπάκακας με φουσκωμένη κοιλιά. Κι εκείνη θα καθόταν στο παράθυρο και θα ξενυχτούσε, μετρώντας τ’ άστρα…
ν
* Το 46 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας ονομάστηκε δικτάτορας για περίοδο δέκα ετών, με την άδεια της Γερουσίας. Δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από τους δημοκρατικούς.
ν
ΣτΣ. Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.

 


Translate this post